Πέμπτη, 7 Ιουλίου 2011

τώρα που βλέπω το πρόσωπό μου και όλους τους φίλους μου με τα πρόσωπα τόσο όμορφα από τις κερασιές μέσα στη πηγή που έφτιαξαν τα δικά μου δάκρυα,

πίνακας του Γιώργου Δεδούση τον ευχαριστώ πολυ

Tα βάζα

κειμενο μου που δημοσιευτηκε στο ηλεκτρονικο περιοδικο Εβατανα http://ekvatana.wordpress.com/

Μου αρέσει πολύ το γυαλί γιατί είναι διάφανο και υποτίθεται τίποτα δεν κρύβει. Μέσα η διαφάνεια του, όλα τ’ αποκαλύπτει. Η διαφάνεια είναι όμως εκείνη που προκαλεί τη φαντασία να ψάχνει τι βρίσκεται πίσω απ’ αυτό που φαίνεται. Το σπίτι μου είναι γεμάτο βάζα γυάλινα. Τα διαφανή μου βάζα σπάνια υποδέχονται λουλούδια. Πιο συχνά είναι γεμάτα με μικρά φωτάκια -αυτά που λένε χριστουγεννιάτικα. Άσχετα από εποχή, τα φωτάκια μου λαμπυρίζουν και χρωματίζουν. Έχω κοιμηθεί δίπλα σε πολλά τέτοια βάζα, ξαπλωμένη στο πάτωμα.

Μια φορά κι ένα καιρό που ήθελα να δω τον ουρανό κόκκινο, κοιμήθηκα δίπλα σ’ ένα μεγάλο κόκκινο βάζο που’ χε μέσα του κόκκινα φωτάκια. Ξάφνου τα μάτια μου έβλεπαν μόνο κόκκινα, αλλά μετά από λίγο έβλεπαν όλα τ’ άλλα χρώματα μέσα από ένα κόκκινο φωτεινό ύφασμα. Όταν προχώρησε ο ύπνος, έβαλα τα χεριά μου πάνω στο βάζο και ζεσταίνονταν- ίσως, επειδή το βάζο ήταν κόκκινο και θύμιζε φωτιά, ίσως επειδή το βάζο ήταν πράγματι ζεστό από το φωτάκια. Όταν ζεστάθηκαν τα χέρια μου, ζεστάθηκαν και τα όνειρά μου κι έβαλα τα ζεστά μου χέρια πάνω στο σώμα κι αυτόματα στάθηκαν πάνω σε μια παλιά πληγή από μια εγχείρηση που με έκοψε στα δυο. Είπανε ότι δεν γινόταν αλλιώς γιατί έτσι κομμένη στα δυο θα μου έσωζαν τη ζωή..

Τώρα, το φως μέσα από το βάζο πήγε αυτόματα να ζεστάνει αυτή την πληγή. Αργότερα θυμήθηκα τι είχε συμβεί γιατί έχουν περάσει πολλά χρόνια από την πληγή, αλλά το σώμα πάντα θυμάται- έτσι λένε τα βιβλία.. Δεν ήθελα να μπει αυτή η μνήμη μέσα στο όνειρο γι’ αυτό ξανακοιμήθηκα με άλλη ανάσα για να αλλάξω κεφάλαιο ονείρου: ήθελα να ονειρευτώ κάτι κόκκινο, πιο χαρούμενο από πληγές και τέτοια, αλλά μετά θυμήθηκα ότι κάθε φορά που είχα δει αίμα ήταν κόκκινο και συχνά ζεστό άρα πιο καλά να φύγω από το κόκκινο βάζο, σκέφτηκα μέσα στον ύπνο, παρά να το αγκαλιάζω ολόκληρο σαν ερπετό και να ζεσταίνω όλες τις πληγές κι εκείνες που δεν ξέρω ότι έχω κι εκείνες που θα έρθουν και θα είναι κόκκινες και δεν θα έχουν αίμα αλλά θα έχουν μνήμη. Λοιπόν, το φωτεινό βάζο ήταν εκεί και ζέσταινε και κάποια στιγμή, μετά από αυτές τις σκέψεις που κατοικούν στο μεταίχμιο του ονείρου, κοιμήθηκα σε άλλο κεφάλαιο και χώθηκα σ’ ένα κόκκινο που ξεκίνησε κόκκινο και γέμισε λευκές κερασιές σαν τις γιαπωνέζικες που έχω δει μόνο σε βιβλία και ζωγραφιές, μια και δεν έχω πάει ποτέ στην Ιαπωνία. Σήμερα το πρωί στο μπάνιο σκεφτόμουν πάλι καλά που έχω κάνει τόσα ταξίδια κι έχω δει τόσα μέρη κι ας μου λείπουν μόνο οι γιαπωνέζικες κερασιές… Και να τώρα που το βάζο μου τις έφερε στο όνειρο ζεστές και λευκές. Μάλλον τόση ομορφιά φέρνει η ζέστα στο κορμί και στο μυαλό ή, τέλος πάντων, ησυχία που έρχεται με το φως.

Σύρθηκα στο πάτωμα και τα πόδια μου ακούμπησαν το άλλο βάζο με τα φώτα που έχουν το χρώμα του πάγου- αυτά έχουν μεγάλη αντοχή, μου είχε πει ο πωλητής όταν μου τα πούλαγε. Και είναι μόνο το χρώμα που ίσως θυμίζει τον πάγο, γιατί ζεσταίνουν το ίδιο με τα κόκκινα. Τώρα που πέρναγα από το κόκκινο στο άσπρο, μπας και συναντήσω μέσα στ’ όνειρο κι άλλες κερασιές, τα λευκά φώτα του πάγου ήσαν εκεί και συνέχιζαν την ίδια θερμοκρασία κι εγώ ταξίδεψα σ’ ένα άγνωστο γιαπωνέζικο τοπίο. Και ήταν εκεί όλοι οι φίλοι που τους θυμόμουν κι εκείνοι που τους είχα ξεχάσει, ντυμένοι κερασιές και ήταν εκεί κι άλλοι που δεν θυμόμουν ή που ήθελα να ξεχάσω, αλλά μέσα στις κερασιές φαινόντουσαν ωραίοι και είχαν χάσει τις πληγές τους ή το φως τις είχε σβήσει και ήσαν όμορφοι, στολισμένοι με τα ρούχα τις κερασιάς.

Και άρχισε να ακούγεται μουσική. Μια μουσική βγαλμένη από τους αιώνες, που δεν είχε πατρίδα, είχε όμως μελώδια- θύμιζε ψαλμό. Και όλες οι κερασιές, μαζί κι οι φίλοι μου που τις φορούσαν, στράφηκαν στον ήλιο και κάθε φορά που η μελώδια υμνούσε τις ιστορίες τους εγώ έκλαιγα, έκλαιγα πολύ- μα δεν ήσαν δάκρυα λύπης. Ήσαν δάκρυα χαράς και ευλογίας. Ετούτο το φως κι ετούτη η ζεστασιά μου χάριζε αυτή την ομορφιά και δεν με ένοιαζε που τα δάκρυα μου έβγαιναν ποτάμι από τη πηγή των ματιών που δεν φαίνεται ποτέ να στερεύει.

Και περνούσαν και πότιζαν το στόμα που πάντα διψά για την αλμυρή τους υπέροχη γεύση και έγλυφαν το στήθος. Περνούσαν, και πάνω από τα δυό βουνά, από την κοιλιά, από το μικρό πηγάδι του αφαλού κι από τους δρόμους των ποδών και έφταναν στο χώμα.

Πότιζαν το χώμα και η γη ξεδιψούσε και άνθιζε κι άλλες κερασιές. Αργότερα σκέφτηκα ότι το τραγούδι ή ο ψαλμός έλεγε για την πηγή . Όταν διψάς, ψάχνεις τη πηγή κι κει που καταφέρνεις να καθρεφτίσεις το πρόσωπο σου στην υγρή της επιδερμίδα, θέλεις να βουτήξεις ολόκληρος να πιεις, να ξεδιψάσεις . Αλλά είναι τούτη η πηγή που έχει το νερό που θα σε ξεδιψάσει ή σε πλάνεψε ο αντικατοπτρισμός σου στα νερά της; Κι αν σκύψεις να το πιείς έτσι λαίμαργα διψασμένος που είσαι, θα ξεδιψάσεις ή θα βυθιστείς;

Και τώρα που βλέπω το πρόσωπό μου και όλους τους φίλους μου με τα πρόσωπα τόσο όμορφα από τις κερασιές μέσα στη πηγή που έφτιαξαν τα δικά μου δάκρυα, είναι αυτή η πηγή μου; Ή ανήκει πια στο χώμα κι αν σκύψω να ξεδιψάσω και να πιω τα δάκρυα μου που δεν πρόλαβα να ρουφήξω όταν περνούσαν από το στόμα θα ξεδιψάσω; Ή θα διψάσει πιο πολύ η γη;

Γύρισα πάλι κεφάλαιο στο όνειρο- κει αγκαλιά με το βάζο με τα φωτάκια του πάγου κι έμεινα να ακούω τις ψαλμωδίες που μ’ έκαναν να κλαίω και να ποτίζω το χώμα. Οι φίλοι μου άνθιζαν κερασιές, εγώ δε ξέρω αν πενθούσα ή αν τραγουδούσα μαζί τους τον ήλιο

Όταν ξύπνησα είδα κοντά στο κρεβάτι που δεν είχα κοιμηθεί ένα βάζο με κερασιές . Το νερό είχε σωθεί, το γέμισα. Κι κει που γέμιζα νερό…ένα βραχυκύκλωμα έσβησε τα κόκκινα φωτάκια των πληγών κι εκείνα του πάγου. Τώρα στο δωμάτιο έφεγγαν μόνο οι κερασιές.

Δίπλα στο κεφάλι μου έλαμπε μια μικρή υγρή λίμνη. Έβαλα μέσα το δάκτυλό μου, γεύτηκα την γλυκειά αλμύρα των δακρύων, χώθηκα στο κρεβάτι- ήθελα τώρα να κοιμηθώ χωρίς όνειρο και δεν με ένοιαζε πότε θα έφτιαχναν το βραχυκύκλωμα. Κάποια σειρήνα μιλούσε για μπλακ-αουτ στην περιοχή. Εγώ είχα τις κερασιές μου και μια λιμνούλα δάκρυα…

Ήμουν καλά.

Κουλουριάστηκα..

για να κατεβασετε ολο το εξαιρετο τευχος πατηστε το λινκ το κειμενο ειναι στη σελιδα *

http://ekvatana.files.wordpress.com/2011/07/ekbatana07.pdf


2 σχόλια:

artemis είπε...

Πανεμορφο!

5 pink flowers είπε...

σε ευχαριστω πολυ Αρτεμις