
Ξύπνησε η μέρα σηκώθηκε, ντύνεται τώρα το πρώτο της γράμμα Αυγή.
Ηρθες έφτασες; να έρθω να σε πάρω; Απαντάει στη βροχή με ήλιο .Το φως του στεγνώνει τώρα τις τελευταίες σταγόνες μα πριν τις σβήσεις από τις επιφάνειες τις ντύνει χρυσές. Ότι έμεινε από τη βροχή είναι αυτές οι χρυσαφένιες σταγόνες
Βρέχει ακόμα; Μάλλον σταμάτησε Βρέχει μέσα μου όμως πολύ Ξαφνικά όλες οι ομορφιές ξαφνικά αποκαλύπτονται ένα ουράνιο τόξο! Το φως διαθλά τα χρώματα που λέει και η επιστήμη και υπενθυμίζει ο Γιώργος
Δεν θέλω να σου χαλάσω το χατίρι γιαυτο αλλιώς έπρεπε να ήμουν αλλού.Το ουράνιο τόξο στο πάτωμα προσ

γειώνεται ανάμεσα στις σκιές Δεν χάνει την αίγλη του επειδή ζωγράφισε το πάτωμα. Στη μονοχρωμί
α του λευκού προσθέτει απρόσμενα όλα τα χρώματα.
Γιατί οδηγείς τόσο γρήγορα; Βιάζομαι να τελειώνω με όλα αυτά Ούτε που έχεις ιδέα τι σημαίνει να είσαι στο μάτι του κυκλώνα Από έξω όλα φαίνονται διαφορετικά Ετσι αναγγέλλει η μέρα ότι η βροχή είναι πια μακριά, ταξιδεύει για άλλα μέρη.
Εχει κόσμο εδώ που ηρθαμε Να φύγουμε τότε Τώρα δεν αντέχουμε τον κόσμο ουτε μας αντέχει Ο κόσμος ξεχύθηκε στη θάλασσα. -Αγαπώ τον ήλιο..-Κι εγώ... -Είσαι ο αγαπημένος μου ηρωας -Είσαι το καμάρι μου.. όμορφο.. σε ευχαριστώ Ο σφοδρός άνεμος η μονή μνήμη της κακοκαιρίας δεν τους αφήνει να μπουν στη μπλε κοιλιά της. Μένουν μόνο στο λευκό σύνορο που φτιάχνουν τα κύματα.
Συγχωρεσε μου την ένταση. Οχι εγώ έκανα λάθος που παρεμβαίνω εκεί που δεν με σπέρνουν Άσε με να τα λέω Άσε με να στα λέω -Ούτε φαντάζεσαι πόσο σ αγαπώ -Κι εγώ Κατά που να απλώσουμε τα χέρια μας τώρα που δεν μας λογαριάζει πια ο καιρός;
Αναρωτιέται ο Ελύτης.. με τέτοιο καιρό